Η είσοδος του παιδιού στο σχολείο δε σηματοδοτεί μόνο τη γνωριμία και εξοικείωσή του με τη μάθηση, αλλά και την καλλιέργεια και ανάπτυξη των κοινωνικών του δεξιοτήτων.  Καθώς το παιδί εισέρχεται στη σχολική ζωή και καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ή σχολικής ηλικίας (6ο-12ο έτος), αρχίζει να έχει περισσότερες ευκαιρίες να διευρύνει τις διαπροσωπικές του σχέσεις με τους συνομηλίκους του, καθώς περνά περισσότερο από το 40% των ωρών που είναι ξύπνιο παρέα με παιδιά της ίδιας ηλικίας και κατάστασης.


Από την “προσκόλληση” στην παιδική φιλία

Κατά κοινή ομολογία, η πρώτη διαπροσωπική σχέση που αναπτύσσει το παιδί είναι με τον κύριο φροντιστή του, που συνήθως είναι η μητέρα-τροφός και περιγράφεται με τον όρο «προσκόλληση» (attachment). Η ποιότητα αυτής της σχέσης «προσκόλλησης» καθορίζεται από τον τρόπο που ο φροντιστής ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού (ασφαλής, ανασφαλής ή αποδιοργανωμένος τύπος προσκόλλησης ) και θεωρείται ότι επηρεάζει την περαιτέρω συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξή του.

Ωστόσο, ήδη από το 18ο μήνα, το βρέφος είναι σε θέση να δημιουργήσει και άλλες σχέσεις με ενηλίκους, του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος. Επίσης, καθώς συνεχώς εμπλουτίζεται ο κύκλος των διαπροσωπικών επαφών του παιδιού-στη γειτονιά, στον παιδικό σταθμό και αργότερα στο νηπιαγωγείο ή στο σχολείο-η τάση για αλληλεπίδραση επεκτείνεται και στους συνομηλίκους  και σταδιακά γίνεται ολοένα και πιο έντονη, ενώ παράλληλα παρατηρείται μείωση του ενδιαφέροντος για συναναστροφή με ενηλίκους.

Κατά συνέπεια, η ομάδα των συνομηλίκων αρχίζει να διαδραματίζει σημαντικό και σταδιακά αυξανόμενο ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού και στην κοινωνικοποίησή του. Στη σχολική ηλικία παρατηρείται ενεργός συμμετοχή του παιδιού σε ομάδες συνομηλίκων, οι οποίες είναι ομάδες παιχνιδιού. Στα πρώτα σχολικά χρόνια, οι ομάδες αυτές χαρακτηρίζονται από μία ρευστότητα και μία χαλαρότητα στην οργάνωσή τους. Τα παιδιά εκτελούν ομαδικές δραστηριότητες χωρίς, όμως, σαφείς κανόνες. Επιπρόσθετα, ο αριθμός των παιδιών που εντάσσονται στην ομάδα μπορεί να αυξομειώνεται. Σιγά-σιγά, προς τα τελευταία σχολικά χρόνια (10ο-12ο έτος), οι ομάδες αποκτούν μεγαλύτερη οργάνωση, με κανόνες λειτουργίας, σαφή διαχωρισμό ρόλων και κατανομή έργου, με συντονισμό ενεργειών των διαφόρων μελών κ.ά.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας, οι ομάδες των συνομηλίκων είναι συνήθως ομόφυλες. Με την ένταξη του παιδιού σε ομόφυλες ομάδες, δίδεται η ευκαιρία για την ανάπτυξη στενών δυαδικών δεσμών, οι οποίοι παίρνουν τη μορφή της παιδικής φιλίας. Η παιδική φιλία είναι μία έντονη συναισθηματική σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων παιδιών. Πρόκειται για την κεντρική κοινωνική σχέση μεταξύ των συνομηλίκων κατά την παιδική ηλικία, γεγονός που της προσδίδει ιδιαίτερο νόημα και ξεχωριστή σημασία: οι φίλοι συνήθως παίζουν μαζί, μελετούν μαζί, φιλοξενούνται ο ένας στο σπίτι του άλλου κ.ά.

Αρχικά, οι φιλίες είναι βραχυπρόθεσμες και μεταβαλλόμενες, όμως η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των παιδιών δεν παύει να είναι έντονη και να σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για το παιδί, όσο κι αν διαρκεί. Το πρώτο κριτήριο επιλογής φίλων σε αυτή την ηλικία είναι το φύλο του παιδιού: τα αγόρια επιλέγουν αγόρια για φίλους, ενώ τα κορίτσια, κορίτσια. Άλλο κριτήριο επιλογής φίλων είναι η τοπική εγγύτητα ή η διαθεσιμότητα του άλλου παιδιού για αλληλεπίδραση. Για παράδειγμα, συνήθως κάνουν παρέα παιδιά που μένουν στην ίδια γειτονιά και πηγαίνουν στην ίδια τάξη ή στο ίδιο σχολείο. Οι διαστάσεις της προσωπικότητας που αποτελούν κριτήριο επιλογής φίλων δεν έχουν πλήρως αποσαφηνιστεί. Αφενός, υπάρχουν δυάδες φίλων με αλληλοσυμπληρούμενα χαρακτηριστικά και αφετέρου, υπάρχουν φιλίες που διαμορφώνονται σε μία βάση ισοτιμίας και ομοιότητας.

Όπως και να ‘χει, όμως, οι φιλίες και γενικά η ικανότητα του παιδιού να συνάπτει φιλίες με συνομηλίκους του θεωρούνται ένδειξη καλής ψυχοκοινωνικής προσαρμογής. Οι παιδικές φιλίες παρέχουν στο παιδί τις πρώτες ευκαιρίες για τη σύναψη στενών και με ιδιαίτερη σημασία δεσμών, κάτι που αποτελεί βασικό στοιχείο της συζυγικής συντροφικότητας. Έχει διαπιστωθεί από έρευνες, άλλωστε, ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο αλληλεπιδράσεων το παιδί μαθαίνει δεξιότητες, αντιμετωπίζει καταστάσεις και βιώνει ικανοποιήσεις, τις οποίες δε θα μπορούσε να βιώσει κατά την αλληλεπίδρασή του με ενηλίκους.


Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί μας να κάνει φίλους;

  1. Ενθαρρύνουμε από μικρό το παιδί να πλησιάζει άλλα παιδάκια και να παίζει μαζί τους.
  2. Επιδιώκουμε να συναντά συνομήλικα παιδάκια σε τακτά χρονικά διαστήματα.
  3. Θα μπορούσαμε αρχικά να προσκαλούμε στο σπίτι κάποιο παιδάκι, καθώς είναι πιο εύκολο το παιδί να κάνει φίλους μέσα στο σπίτι του, όπου νιώθει ασφάλεια. Αργότερα, ίσως ανταλλάζουμε επισκέψεις με τους φίλους του.
  4. Ακόμα και αν υπάρχουν άλλα παιδιά στην οικογένεια, προτρέπουμε τις προσωπικές φιλίες με παιδιά εκτός οικογένειας. Τα αδέρφια συχνά παίζουν μαζί, όμως παράλληλα μοιράζονται και πολλά, ιδίως την προσοχή των γονέων τους. Αυτό δυσχεραίνει τη δημιουργία μίας ελεύθερης σχέσης.
  5. Σεβόμαστε το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του παιδιού μας και αποφεύγουμε τις συγκρίσεις με άλλα παιδιά που είναι πιο κοινωνικά. Επίσης, δεν το πιέζουμε να δημιουργήσει φιλίες, αλλά προσπαθούμε μέσα από συζήτηση να κατανοήσουμε τι ευθύνεται για αυτή του τη στάση.
  6. Ακούμε προσεκτικά τα παράπονα του παιδιού για τους φίλους του. Δε χρειάζεται να μεγαλοποιούμε καταστάσεις, ούτε να παίρνουμε θέση, αλλά να κουβεντιάζουμε μαζί του ήρεμα, προσπαθώντας να φωτίσουμε όλες τις πλευρές των γεγονότων.
  7. Γενικά αποφεύγουμε να παρεμβαίνουμε στις φιλίες του παιδιού μας, έχοντας υπόψη ότι το παιδί, ακόμα και σε αυτή την ηλικία, είναι σε θέση να λύσει μόνο του τις διαφορές του. Άλλωστε, οι παρεμβάσεις «τρίτων», γονέων ή δασκάλων, όσο διακριτικές κι αν είναι, συνήθως συναντούν την αντίσταση των άλλων παιδιών, ενώ παράλληλα περνούν το μήνυμα ότι το παιδί μας δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνο του. Έτσι, συχνά, δυσχεραίνουν αντί να διευκολύνουν την αποδοχή και την ένταξη του παιδιού στην ομάδα.
  8. Τέλος, θυμόμαστε ότι οι προσωπικές μας επιλογές και η «φιλοσοφία ζωής» που μας διακρίνει αποτελούν «ζωντανό» παράδειγμα για τα παιδιά μας. Το αν εμείς οι ίδιοι έχουμε ή όχι φίλους, πόσο συχνά έχουμε επαφή μαζί τους και πώς σχετιζόμαστε με αυτούς σαφώς θα επηρεάσουν και τα παιδιά μας στη διαδικασία επιλογής και διατήρησης των φίλων τους.

Ντόρα Λουκίδη

Εκπαιδευτική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

Μεγ. Αλεξάνδρου 48, Νέα Σμύρνη 17122
Κ: 6972557340,
e-mail: theodoralouk@gmail.com
www.doraloukidi.gr
 

Ντόρα Λουκίδη: Ψυχολόγος (ΕΚΠΑ) με ειδίκευση στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία (MSc Professional Training in Educational Psychology-University of London) & τελειόφοιτη ψυχοθεραπεύτρια Gestalt. Εργάστηκε για 10 χρόνια ως Εκπαιδευτική Ψυχολόγος στην ιδιωτική εκπαίδευση και τώρα απασχολείται ως ψυχοθεραπεύτρια σε ιδιωτικά πλαίσια και στο ιδιωτικό της γραφείο, υποστηρίζοντας παιδιά, εφήβους και ενήλικες. Μέλος της Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Εταιρίας Ψυχοθεραπείας Gestalt.