Υπάρχουν παιδιά που είναι πολύ κλειστά, όταν βρεθούν απέναντι σε άγνωστα πρόσωπα και απρόοπτα γεγονότα. Τα παιδιά αυτά που χαρακτηρίζονται παθητικά λόγω της συμπεριφοράς τους, αποκαλύπτουν όλο και περισσότερο ένα χαρακτήρα συνεσταλμένο και ανασφαλή.

Ο φόβος απέναντι στα συνομήλικα παιδικά γενικά εκδηλώνεται κάπου μεταξύ δωδέκατου και εικοστού μήνα ενώ προς τους αγνώστους φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση, γύρω στο δέκατο όγδοο μήνα. Ο φόβος που νοιώθουν τα μωρά προς τους άλλους, γύρω στον όγδοο μήνα της ζωής τους, δεν έχει καμμιά σχέση με αυτή τη μορφή φόβου.

Στον ενάμιση χρόνο το παιδί φοβάται τον άγνωστο γιατί προβλέπει τρομερά πράγματα εις βάρος του, ενώ πριν τον απέρριπτε απλώς και μόνο επειδή τα σωματικά του χαρακτηριστικά διέφεραν από εκείνα που του ήταν οικεία. Ως ένα σημείο όλα τα παιδιά περνούν απ΄ αυτά τα στάδια αλλά το εσωστρεφές παιδί, έστω κι αν τα ξεπερνάει με τον καιρό, δείχνει μια προσήλωση στη φυγή και την άρνηση. Μερικά πειράματα που έγιναν σε δίδυμους μονοζυγωτές, αποκάλυψαν ότι η εσωστρέφεια (ή η εξωστρέφεια) ρυθμίζεται τουλάχιστον εν μέρει, γενετικά. Πιθανότατα, όμως η έλλειψη εμπιστοσύνης που εμφανίζουν αυτά τα παιδιά προς τους άλλους, αλλά και προς τον εαυτό τους και απορρέει από το οικογενειακό τους περιβάλλον.

«Φυγή» από φόβο

Στην περίπτωση του παιδιού που εμφανίζει σαφείς ενδείξεις συστολής, οι γονείς θα πρέπει να προσπαθούν να γεμίσουν το κενό των ανασφαλειών του, ανταποκρινόμενοι στις «εκκλήσεις» του με διορατικότητα και επιμέλεια. Ο κίνδυνος για το εσωστρεφές παιδί είναι το να κλείνεται ολοένα και περισσότερο στον δικό του κόσμο που είναι περιορισμένος στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού και μακριά από συλλογικές εκδηλώσεις, που είναι πηγές ανυπόφορης ενόχλησης. Ένας από τους συνηθέστερους τρόπους άμυνας αυτών των παιδιών είναι η απομόνωση.  Αποφεύγουν δηλαδή τις καταστάσεις και τα πρόσωπα που νομίζουν ότι τα απειλούν. Κλείνουν τα μάτια ή τρέχουν στο δωμάτιό τους μόλις μπει στο σπίτι κάποιος άγνωστος, αρνούνται να πλησιάσουν μια ομάδα παιδιών που ούτε τάχουν ξαναδεί, παρά την επιθυμία τους να παίξουν μαζί τους κ.λ.π. Ο μηχανισμός αυτός απομακρύνει προς στιγμή το παιδί απ αυτό που φοβάται αλλά η τάση του να αποσύρεται εντείνεται.

Μακροχρόνια, αυτή η μορφή άμυνας δημιουργεί στο παιδί μεγαλύτερο πρόβλημα, γιατί το μικρό αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις υποχρεωτικές καταστάσεις, πιθανώς θα καταλήξει να φοβάται όλα τα προβλήματα και ίσως δεν θα μάθει ποτέ να αντιμετωπίζει κατάλληλα τα προβλήματα που αναπόφευκτα θα παρουσιαστούν κατά την ανάπτυξη του.

Μπορούμε λοιπόν να επεμβαίνουμε, βοηθώντας διακριτικά το παιδί να συναναστρέφεται με συνομήλικά του. Έχει παρατηρηθεί ότι ναι μεν οι πρώτες επαφές με συνομήλικα παιδιά δεν εμποδίζουν την εμφάνιση αργότερα ενδείξεων φόβου, μπροστά σε άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας αλλά η μεγαλύτερη οικειότητα με τα συνομήλικα συχνά βοηθάει το παιδί να ξεπερνάει γρήγορα τους φόβους του.

Η ώθηση ως θεραπεία

Συχνά οι γονείς, όταν έχουν να κάνουν με ένα συνεσταλμένο παιδί, νομίζουν ως η καλύτερη τακτική είναι να το αφήνουν αβοήθητο και να κάθονται να βλέπουν πως θα τα βγάλει πέρα. Είναι γνωστό οτι οι δυσκολίες τροχίζουν το μυαλό και ότι ο καλύτερος τρόπος μάθησης είναι η καλύτερη εμπειρία. Ανάλογη είναι και η θεωρία «του άμα πέσεις στο νερό θα κολυμπήσεις» . Όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερο λάθος στην περίπτωση αυτή. Το να βοηθάς το μικρό να υπερνικήσει τους φόβους και τη συστολή του, δεν σημαίνει να το βάζεις με το ζόρι να κάνει συναναστροφές ή να το αφήνεις μόνο και φοβισμένο να αντιμετωπίζει άγνωστα πρόσωπα και καταστάσεις. Το παιδί έστω κι αν αντιδράσει θετικά, όπως λαθεμένα πιστεύει ο μεγάλος, θα νιώσει ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια και ανεπάρκεια. Έτσι είναι σχεδόν βέβαιο, ότι θα παραμείνει αποκλεισμένο και θα αποφύγει να αντιμετωπίσει άμεσα το πρόβλημα. Εκείνο  όμως  που μετράει περισσότερο είναι το ότι μια τέτοιου είδους εμπειρία θα επιβεβαιώσει το φόβο του για το έξω κόσμο, και θα το κάνει να κλειστεί στον εαυτό του ακόμη περισσότερο.


 

Από το βιβλίο: Επάγγελμα μητέρα, Ανάπτυξη Διαπαιδαγώγηση από τη Γέννηση έως την Εφηβεία, Εκδόσεις ΚΕΝΤΙΚΕΛΕΝΗ