Στο πλαίσιο του νηπιαγωγείου, το παιδί κάνει ένα είδος προεισαγωγής στην κοινωνικοποίηση καθώς μαθαίνει και στη συνέχεια ασκεί τις κοινωνικές του υποχρεώσεις που επιβάλλει η κοινωνία στην οποία ανήκει. Στα δυο με τρία χρόνια που περνάει στον παιδικό σταθμό, με την προσαρμογή με τα άλλα παιδιά, αυξάνεται και η σπουδαιότητα που αποκτούν για αυτό οι συμμαθητές του.

Μεταξύ 5-6ου έτους, με την εισαγωγή στο δημοτικό, η επιθυμία του να συνάψει σχέσεις με τα συνομήλικα του, γίνεται όλο και εντονότερη. Στην αρχή της νηπιακής ηλικίας, το παιδί το απασχολεί κυρίως να τραβάει την προσοχή των «μεγάλων», να έχει την έγκρισή τους και να «εισπράττει» από αυτούς τη σιγουριά που του χρειάζεται γα να αναπτυχθεί ήρεμα και ομαλά. Υπάρχει όμως και μια κάποια περιέργεια για τα άλλα παιδιά.  Μεταξύ 4ου -7ου  έτους το παιδί μαθαίνει την αλληλεγγύη μεταξύ ομοίων. Όταν όμως είναι μικρότερο, η παρουσία ενός «ομοίου» πλάσματος  αποτελεί κίνδυνο, τον κίνδυνο δηλαδή να χάσει μέρος από τις φροντίδες που οι μεγάλοι προορίζουν για αυτό.

Στη συνέχεια η εχθρότητα μετατρέπεται σ’ ένα εγωιστικό ενδιαφέρον: το παιδί θέλει να παίζει με τα άλλα παιδιά, για τη δική του ευχαρίστηση, τα χρησιμοποιεί σαν να ήταν αντικείμενα. Εφόσον όμως αυτό συμβαίνει και από τις δύο πλευρές, το παιδί καταλήγει να κρατάει τους ομοίους του σε μια απόσταση για λόγους προληπτικούς .


Κυρίαρχο το ομαδικό πνεύμα

Τη στιγμή που το παιδί μπαίνει στο σχολείο είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί τη συνύπαρξη των άλλων παιδιών και βαθμιαία ανακαλύπτει πως είναι πολύ πιο βολικό να συνάψει μαζί τους σχέσεις που βασίζονται στην ισότητα. Με τον τρόπο αυτό, τουλάχιστον κανείς δε θα ευνοείται ή θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Έτσι λοιπόν το κοινωνικό αίσθημα φαίνεται πως γεννιέται από την αναστροφή ενος συναισθήματος αρχικά εχθρικού, που μετατρέπεται σε κάτι θετικό, το οποίο με τον καιρό γίνεται ανοχή και σεβασμός για τον άλλον.  Οι μεταβολές αυτές είναι αναγκαίες προκειμένου να μπορούν τα παιδιά να οργανώνουν μεταξύ τους παιχνίδια ομαδικά και συλλογικές ασχολίες.

Ασφαλώς τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντοτε απρόσκοπτα. Μερικές φορές είναι απαραίτητη η επέμβαση κάποιου μεγάλου, εκείνο όμως που φαίνεται πως παίζει συγκολλητικό ρόλο είναι το ομαδικό πνεύμα, η αίσθηση ότι τα παιδιά ανήκουν σε μια κοινότητα ίσων, ενωμένων και αλληλέγγυων. Σε αυτές τις βάσεις γεννιέται η φιλία: το άλλο παιδί που γίνεται σύμμαχος και σύντροφος στο παιχνίδι, γίνεται και κάποιος στον οποίο μπορεί να υπολογίζει , μοιράζοντας μαζί του το γεγονός οτι και οι δύο είναι ακόμα τόσο μικροί και σε τέτοια «απόσταση» από τους μεγάλους.



Ο ανταγωνισμός

Οι σχέσεις μεταξύ ίσων δεν βασίζονται μόνο στην ειλικρίνεια, κατανόηση, συνεργασία, και ψυχαγωγία. Τα παιδιά αλληλοπαρατηρούνται και προσπαθούν να ξεπεράσουν το ένα το άλλο: είναι δηλαδή ανταγωνιστικά.

Ο ανταγωνισμός είναι στοιχείο της κοινωνίας  και ως ένα σημείο αποτελεί ερέθισμα για δράση και εξωτερίκευση της επιθετικότητας. Ένα εντελώς μη «χειραφετημένο» παιδί δε σημαίνει πως είναι γεμάτο καλοσύνη και αλτρουισμό, είναι όμως πιθανό να συγκρατεί τα αρνητικά του αισθήματα, επειδή αισθάνεται ενοχή. Η επιείκειά του οφείλεται σε ένα μπλοκάρισμα και όχι στον ενάρετο χαρακτήρα του. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προκαλέσει  μακροχρόνια προβλήματα στον τομέα των σχέσεων. Πράγματι, ένα παιδί ήρεμο, που δεν φαίνεται να έχει κανένα ενδιαφέρον για ανταγωνισμούς, μπορεί να μεταβληθεί σ ένα παιδί παθητικό και ανίκανο να δημιουργήσει ισότιμες σχέσεις. Ούτε ανταγωνίζεται αλλά ούτε και συνεργάζεται.

Ένα τέτοιο παιδί δεν κινείται προ καμιά κατεύθυνση, γιατί φοβάται κατά τον ίδιο τρόπο να νικήσει ή να χάσει. Στην πρώτη περίπτωση, φοβάται ότι θα προκαλέσει τη ζήλια και τον φθόνο των άλλων ενώ στη δεύτερη φοβάται ότι θα νοιώσει τόση ζήλια και φθόνο ώστε δεν θα μπορεί να τα ελέγξει. Τα παιδιά που δείχνουν τέτοια συμπεριφορά καλό είναι να διδαχθούν να «χάνουν», χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι η στάση τους υπαγορεύεται από έναν εσωτερικό πόνο, που δεν είναι σκόπιμο να αγνοείται. Έτσι λοιπόν ούτε μαλώματα, ούτε προσβολές μπροστά στους άλλους. Αντίθετα πρέπει να υπογραμμίζεται το πνεύμα του «άλλοτε χάνεις κι άλλοτε κερδίζεις».


Μεγαλώνοντας σε διαφορετικά περιβάλλοντα

Το να πηγαίνει στο νηπιαγωγείο ή το δημοτικό, για το παιδί σημαίνει ότι  έρχεται σε επαφή με άλλες ανθρώπινες πραγματικότητες. Τα διάφορα παιδιά που γνωρίζει ανήκουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα, όπου είναι διαφορετικός οικογενειακός πυρήνας, καθώς και η αγωγή που έχουν πάρει. Τότε, το παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να ενταχθεί στο νέο περιβάλλον, ιδίως αν το βλέπει τελείως αντίθετο από εκείνο από το οποίο προέρχεται. Σε αυτό το θέμα είναι πολύ σημαντική η στάση των γονιών και των παιδαγωγών. Σε γενικές γραμμές, τα παιδιά τουλάχιστον αυτής της ηλικίας δεν έχουν ακόμη προκαταλήψεις, όσον αφορά τη συμπεριφορά των άλλων. Αντίθετα είναι προικισμένα με μιαν αξιοσημείωτη ανοχή, που υποστηρίζεται και από μια αρκετή δόση περιέργειας για κάθε τι καινούργιο.  Όταν όμως το παιδί προέρχεται από οικογένεια, μάλλον άκαμπτη, γαντζωμένη στις δικές της αξίες, και κλειστή σε κάθε δυνατότητα αλλαγής, τότε δύσκολα αφήνεται να δημιουργήσει σχέσεις, ακολουθώντας μόνο το ένστικτο και τις συμπάθειες του.


Οι προκαταλήψεις των μεγάλων

Πρόκειται για κάτι που συχνά επηρεάζει τον τρόπο σκέψης και δράσης των παιδιών. Έτσι τα μικρά συμβαίνει να παπαγαλίζουν αυτά που ακούνε στο σπίτι, χωρίς να νοιάζονται αν πληγώνουν την ευαισθησία κάποιου άλλου παιδιού. Ή αισθανόμενα  ότι βρίσκονται στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης ανάμεσα στις παρορμήσεις τους και τις οικογενειακές προσδοκίες, επιλέγουν τη φυγή. Αυτοπεριθωριοποιούνται από την ομάδα και «προτιμούν» την απομόνωση. Η παιδαγωγός που βλέπει κάτι τέτοιο μπορεί να επεμβαίνει άμεσα στο παιδί και στη συνέχεια, πολύ διακριτικά στους γονείς. Μπορεί να βάζει το παιδί να συμμετέχει σε ομαδικές εκδηλώσεις ή να του δίνει μαθήματα κοινωνικής αγωγής, που σκοπό έχουν να υπογραμμίσουν την αξία της ανοχής και της αλληλεγγύης. Στους μεγάλους καλό είναι να εξηγεί πως η συμπεριφορά τους έχει αρνητικό αντίκτυπο στην κοινωνική ζωή του παιδιού.


Αντιμετωπίζοντας τις «δύσκολες» περιπτώσεις

Όταν οι δυσκολίες της κοινωνικοποίησης εκδηλώνονται κατά τρόπο άμεσο και «επικίνδυνο», τι γίνεται; Αναφερόμαστε στην περίπτωση των παιδιών που δείχνουν μεγάλη και αδικαιολόγητη επιθετικότητα απέναντι στους άλλους. Παιδιά που χτυπούν τους συντρόφους τους και καταστρέφουν τα «έργα» τους. Παιδιά ανήσυχα, που συνεχώς ενοχλούν και δημιουργούν στους μεγάλους την επιθυμία να θέλουν να τα τιμωρούν.

Προτού όμως φτάσει κανείς εκεί, είναι καλό να εξετάσει τα πιθανά αίτια αυτής της συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα αν το παιδί βρίσκεται σε ένα περιβάλλον (στο σπίτι ή το σχολείο) ακατάλληλο, ένα περιβάλλον που δεν καλύπτει τις απαιτήσεις του και δεν κατανοεί τις ανάγκες του. ‘Η το παιδί να μην έχει επαρκή ερεθίσματα που να εγείρουν την προσοχή του. Με λίγα λόγια, πρέπει να ερευνώνται σε βάθος τα αίτια της συμπεριφοράς αυτών των παιδιών.