Μελετώντας το μοντέλο του Kenneth Doka για το «μη αναγνωρισμένο πένθος» κυρίως στην παιδική ηλικία, ιδιαίτερα στην περίπτωση του «μη αναγνωρισμένου θρήνου, όταν η απώλεια δεν αναγνωρίζεται», μπορούμε να διακρίνουμε το ψυχολογικό πρόβλημα που βιώνει ένα παιδί που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, ένα παιδί με το στίγμα της διαφορετικότητας, που η κοινωνία δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα και την ανάγκη αποδοχής αυτής της σοβαρής απώλειας και του πόνου, καθώς και τις ψυχολογικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει αυτή η εμπειρία στη ζωή και την εξέλιξή του.

O Kenneth Doka γράφει ότι: «με τον όρο «μη αναγνωρισμένο θρήνο» αναφερόμαστε στο θρήνο εκείνο που βιώνει το άτομο όταν υφίσταται μια απώλεια που δεν είναι ή δεν μπορεί να είναι κοινωνικά αποδεκτή. Αυτός ο θρήνος που βιώνεται «κρυφά» και δεν έχει κοινωνική αποδοχή και υποστήριξη». Πολλές φορές η κοινωνία, οι άνθρωποι τριγύρω από το παιδί, ακόμα και πιο στενοί συγγενείς, φίλοι και η ίδια η οικογένεια δεν του αναγνωρίζουν το δικαίωμα, την ανάγκη να πενθήσει, να πονέσει για το χαμένο του πατέρα, τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ, και ούτε θα γνωρίσει ποτέ, γιατί όπως λένε: «είσαι παιδί και δεν πρέπει, δεν μπορείς να τον αποχαιρετήσεις, να τον πενθήσεις,» και έτσι είναι σαν να του λένε ότι δεν είναι ικανό να καταλάβει, να πονέσει, να θρηνήσει.

Ορισμένοι μελετητές του χώρου γράφουν ότι: «τα παιδιά, δεν είναι ικανά να θρηνήσουν γιατί δεν έχουν την εξελικτική ωριμότητα να κατανοήσουν την απώλεια, άρα και το πένθος». Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Το κάθε παιδί που μεγαλώνει και πονάει για τη πρακτική και συναισθηματική έλλειψη του πατέρα βιώνει ένα έντονο τραύμα, μόνο από αυτό, καθαυτό το γεγονός. Βέβαια η έλλειψη και το τραύμα γίνονται μεγαλύτερα όταν οι άλλοι του λένε, με λόγια αλλά και με τη συμπεριφορά τους και την κριτική τους στάση, ότι δεν έχει το δικαίωμα να πενθεί, να λέει ότι πονάει για τον πατέρα που του λείπει αφάνταστα, για τον πατέρα που δεν θα σφίξει ποτέ στην αγκαλιά του, για την λέξη «μπαμπά» που δεν θα πει ποτέ, για την προστασία και την ασφάλεια της πατρικής φιγούρας που δεν θα έχει ποτέ.

Οι συγγενείς, τα κοντινά του πρόσωπα, τα πρόσωπα που φροντίζουν (υποτίθεται) για το καλύτερο του παιδιού, δεν του αναγνωρίζουν το δικαίωμα να πονέσει, να εκφραστεί και να μοιραστεί τον πόνο και το παράπονό του: Μεγαλώνει ακούγοντας, ακόμα και τα πιο στενά συγγενικά του πρόσωπα να του λένε: «Μα γιατί κλαις για τον μπαμπά σου, αφού δεν τον γνώρισες ποτέ» ή «καλύτερα που δεν τον γνώρισες … έτσι και αλλιώς δεν ήταν και τόσο καλός» ή «Έτσι κι αλλιώς θα χώριζε τη μαμά σου και θα σας άφηνε μόνους» ή «Πολύ καλύτερα που πέθανε ο πατέρας σου όταν ήσουν τόσο μικρό φαντάσου τον πόνο που θα ένιωθες αν ήσουν πιο μεγάλο» ή αργότερα «Έλα τώρα που στεναχωριέσαι, αυτό έγινε πριν τόσα χρόνια θα έπρεπε να το έχεις ξεπεράσει ήδη» και τόσα πολλά «άστοχα» σχόλια που εκείνοι νομίζουν ότι το παρηγορούν και μειώνουν τον πόνο του, όμως όχι μόνο δεν το διευκολύνουν αλλά προσθέτουν και άλλο πόνο, στο βαθύ παράπονο και πόνο του παιδιού, γιατί είναι σαν να ακυρώνουν την ανάγκη και το δικαίωμά του να βιώσει τον πόνο για τον χαμένο του πατέρα, για το χαμένο κομμάτι του εαυτού του, σαν να αρνούνται, να ακυρώνουν τον αληθινό του εαυτό.

Είναι αλήθεια ότι τον πόνο της έλλειψης του πατέρα του τα πρώτα χρόνια της ζωής του το παιδί δεν τον θυμάται «πρακτικά- εμπειρικά» τόσο έντονα γιατί πέρα από τους συγγενείς, έχει μια μητέρα που απλόχερα του δίνει τρυφερότητα, αγάπη, αφοσίωση, προσπαθώντας απεγνωσμένα να καλύψει το κενό, να είναι πατέρας και μητέρα, να του προσφέρει τα πάντα, όμως παρόλα αυτά απόλυτα το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί, γιατί όση αγάπη και κατανόηση και αν του δίνει η μητέρα παραμένει η συναισθηματική μνήμη της έλλειψης του πατέρα αλλά και αυτή καθαυτή η απουσία του.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός ενήλικα που υπήρξε τέτοιο παιδί και θυμάται: “Υπάρχουν ορισμένες σκηνές που θα μείνουν έντονα χαραγμένες στο μυαλό και στην ψυχή μου για πάντα, όπως όταν ήμουν 4χρονών και η εξαδέλφη μου που παίζαμε μαζί, έτρεχε να αγκαλιάσει τον πατέρα της μετά από το παιχνίδι μας και κούρνιαζε στην αγκαλιά του κι εγώ θυμάμαι αυτό το κοριτσάκι που ήμουν τότε με γουρλωμένα μάτια να την κοιτάζω, με ένα σφίξιμο στο στομάχι και με κάποια ζήλια να κοιτάω, νιώθοντας το «γνωστό» κενό που ίσως ήταν το συναίσθημα της έλλειψης αυτής της «ζεστής, σίγουρης αγκαλιάς» του πατέρα που εγώ ήξερα διαισθητικά ότι ποτέ μου δεν θα βίωνα. Ή λίγο μεγαλύτερη 5χρονών θυμάμαι το παιχνίδι που μου έδινε μεγάλη ευχαρίστηση, ήταν να πηγαίνω μπροστά στον καθρέφτη της εισόδου του σπιτιού μας και να κάνω πρόβες, παίζοντας θέατρο, μέσα στο φανταστικό ιδανικό μου κόσμο και να επαναλαμβάνω πολλές φορές τη λέξη «Μπαμπά» με διαφορετικές φωνές, στάσεις, τονισμούς και υποκρινόμενη ότι τον βλέπω και εκείνος με βλέπει. Το έκανα για να δω πως είναι να λες αυτή τη λέξη που την λέγανε όλα τα άλλα παιδιά κι εγώ δεν την έλεγα και δεν θα την έλεγα ποτέ. Τόσες φορές έλεγα την λέξη «Μπαμπά» στον καθρέφτη που γινόμουν κουραστική και μου έλεγαν να σταματήσω. Και τότε εγώ πήγαινα στο δωμάτιό μου, μόνη μου και συνέχιζα να ζω μέσα στον φανταστικό μου κόσμο, με φανταστικούς γονείς, με φανταστικές φίλες, υπό φανταστικές συνθήκες, με φανταστικές «σίγουρες» αγκαλιές. ΕΚΕΙ, μόνο τότε ήμουν γεμάτη, ευτυχισμένη, ήμουν ΕΓΩ. Τότε σε εκείνον τον φανταστικό, ιδανικό κόσμο, συναντούσα τον ιδανικό μπαμπά και αισθανόμουν ευτυχισμένη, γεμάτη και ασφαλής, τότε και μόνο τότε έφευγε το κενό.”

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι το συναίσθημα του ΚΕΝΟΥ που είναι πολύ έντονο στο παιδί που δεν έχει γνωρίσει τον πατέρα του, διότι εκείνος πέθανε πρόωρα πριν ακόμα αποκτήσει κάποια συγκεκριμένη εικόνα και μνήμη δική του (ούτε θετική, ούτε αρνητική), παίρνει τη θέση του πατέρα του. Η λέξη πατέρας είναι (και θα είναι) πιο επώδυνη για εκείνο γιατί αντιστοιχεί με το ΚΕΝΟ, με το Ασαφές, με το Αβέβαιο, ούτε καλό, ούτε κακό, ούτε θετικό, ούτε αρνητικό. Αντί για ένα συγκεκριμένο σύνολο εικόνων και συναισθημάτων, θετικών και αρνητικών που έχουν άλλα παιδιά για τον πατέρα τους, το συγκεκριμένο παιδί στην εικόνα του πατέρα έχει και θα έχει μια αποσπασματική (fragmented) εικόνα ή ενός κενού ή της εξιδανικευμένης εικόνας του από τη μητέρα του ή των μπερδεμένων, αβέβαιων, σχολίων και περιγραφών των άλλων που του τον περιγράφουν και που του μεγαλώνουν το κενό και τον πόνο.

Μελλοντικά το παιδί θα θυμάται εκείνο το κενό και πόσο μπερδεμένο υπήρξε ενώ το «ΓΙΑΤΙ;» Το «ΠΑΡΑΠΟΝΟ», Η «ΑΔΙΚΙΑ» είναι από τα πιο αγαπημένα του ερωτήματα σαν παιδί.

  • Γιατί μαμά δεν έχω μπαμπά;
  • Γιατί είμαι διαφορετικός/ή από τα άλλα παιδιά;
  • Γιατί ο δικός μου ο μπαμπάς έπρεπε να φύγει;
  • Μήπως μας άφησε γιατί έφταιγες εσύ μαμά;
  • Έφταιγα εγώ μήπως; Έκανα κάτι που δεν έπρεπε;
  • Δεν ήμουν άραγε αρκετά καλός/ή;
  • Μπορώ να κάνω κάτι τώρα και να τον φέρω πίσω; Να γίνω καλύτερος/η, ίσως αν γίνω τέλειος/α θα ξαναγυρίσει;

Και βέβαια μια ζωή προσπαθεί να είναι το τέλειο παιδί, ο/η τέλεια μαθητής/τρια μήπως μέσα από την τελειότητα, υποσυνείδητα, κάνει τη μαμά του ευτυχισμένη, δικαιωμένη, φέρει ένα χαμόγελο στα χείλη της, ένα χαμόγελο στη ζωή τους, μήπως αλλάξουν τα πράγματα, «μήπως και τους λυπηθεί ο Θεός» και γίνει κάποιο «θαύμα» και εκείνος γυρίσει πίσω. Μήπως καλύψει εκείνο το ΚΕΝΟ. Και βέβαια πάντα το θαύμα δεν γίνεται ποτέ, όλα καταλήγουν σε αποτυχία και το ΚΕΝΟ παραμένει και μεγαλώνει και οι προσευχές του δεν ακούγονται και μένει με περισσότερο παράπονο, θυμό και κενό που η τελειότητά του δεν είναι αρκετή, που το ίδιο δεν είναι αρκετό.


Ο πόνος της διαφορετικότητας

Για το παιδί που μεγαλώνει χωρίς πατέρα, ίσως το πιο σκληρό βίωμα είναι ο πόνος της διαφορετικότητας. Είναι δύσκολο και σκληρό να είσαι διαφορετικός/ή από μικρό παιδί. Τα χειρότερα βιώματα είναι η διαφορετικότητα στην παιδική ηλικία, το κενό της έλλειψης και η άρνηση του δικαιώματος και της ανάγκης του να κλάψει, να φωνάξει, να πει: «Δεν έχω τον πατέρα μου, δεν τον γνώρισα ποτέ, δεν θα τον γνωρίσω και αυτό με πονάει, με πονάει αβάσταχτα και έχω δικαίωμα και ανάγκη να το νιώσω, να το βιώσω, να το μοιραστώ και εσείς πρέπει να μου το αναγνωρίσετε και να με αφήσετε στην ησυχία μου με τις ψεύτικες παρηγοριές σας που μου προσθέτουν πιο πολύ πόνο και κενό παρά παρηγοριά». Ίσως αυτά είναι τα λόγια που το μικρό παιδί, πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο θα ήθελε να πει και να εκφράσει.

Ο Dr. Kenneth Doka γράφει ότι: «Όταν το παιδί δεν εκφράσει τον πόνο του, τον πόνο της απώλειας, δεν θρηνήσει και παραμείνει «μη αναγνωρισμένος», μη εκφρασμένος επαναλαμβάνεται στη ζωή του αργότερα πολλές φορές«. Αυτό έχει αμφισβητηθεί όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από μελετητές και ειδικούς του χώρου, αλλά ένας άνθρωπος που έχει βιώσει αυτό το τραύμα θα μπορούσε, καταθέτοντας την εμπειρία του να ισχυριστεί με βεβαιότητα και να επιβεβαιώσει ότι το «κρυφό μη αναγνωρισμένο τραύμα» επαναλαμβάνεται συνέχεια με την μία ή την άλλη μορφή γιατί έχει ανάγκη να εκφραστεί, γιατί ο πόνος έχει ανάγκη να καθαρθεί και μέχρι να γίνει αυτό, επαναλαμβάνεται και προσθέτει ακόμα πιο πολύ πόνο.

Αναμφισβήτητα, η αρχική απώλεια ενός παιδιού το επηρεάζει στις αποφάσεις που θα πάρει αργότερα για τη ζωή και την καριέρα του, γι’ αυτό πολλές φορές επιλέγει ένα επάγγελμα μέσα από το οποίο μπορεί να εκφράσει το μπλοκαρισμένο του πόνο σε όλα τα επίπεδα.

Ίσως αν το παιδί ή έφηβος & αργότερα ενήλικος, είχε δουλέψει την απώλεια, αν την είχε θρηνήσει, αν τελικά είχε βιώσει «τη διαδικασία αποδοχής» της απώλειας σαν μια σκληρή και επώδυνη αλλά αντιμετωπίσιμη και αναγκαία πραγματικότητα, να την είχε πιο νωρίς ξεπεράσει και θα είχε συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος, η απώλεια δεν έχει πιο μεγάλη δύναμη από αυτό αλλά το ίδιο έχει πιο μεγάλη δύναμη από αυτή άρα και τον έλεγχο της ζωής του. Αυτά μπορεί να τα συνειδητοποιήσει μεγαλώνοντας, μόνο όταν με αρκετή δουλειά και θεραπεία δώσει στον εσωτερικό του εαυτό και στο παιδί που ζει μέσα του το δικαίωμα να πενθήσει και να προχωρήσει.

Τότε και μόνο τότε θα μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του συμβιώνοντας με τον πόνο, γιατί τον πόνο του θανάτου δεν τον ξεπερνάς ποτέ (γιατί είναι ο πιο βαθύς, απόλυτος, μη αναστρέψιμος πόνος) αλλά μαθαίνεις να ζεις μαζί του, ελέγχοντάς τον, κατανοώντας τον, κοντρολάροντάς τον, άρα και κατακτώντας τον.

Έτσι και μόνον έτσι το άτομο θα μπορέσει (καθώς και όλα τα άτομα που έχουν βιώσει ίδιο πόνο) να ξανακτίσει μια καινούργια ζωή και να νιώσει ότι έχει δικαίωμα στη χαρά, στη ζωή, στις σχέσεις χωρίς τα φαντάσματα, τις τύψεις, ενοχές, πόνους του παρελθόντος και να είναι ελεύθερο, δυνατό, συνειδητοποιημένο για το τι αξίζει και πως να το πραγματοποιήσει και να το κατακτήσει και να πιστέψει ότι είναι άξιο να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ίσως να είναι αυτό που έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης «ότι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσεις το κενό είναι να βουτήξεις μέσα σ’ αυτό».


ΤΖΙΝΑ Γ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ed.M., M.A., HARVARD University

Ψυχο–Εκπαιδευτική Σύμβουλος Παιδιών, Εφήβων, Ενηλίκων, Ζευγαριών και Οικογένειας

Iατρείο Δρ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,
ATHENS MEDICAL PARTNERS , Κηφισίας 332
Τηλ.: 210 – 6838241 / 210- 6834639
Κινητό: 00 30 6945541188
Email: ginagthanopoulou@gmail.com


Η Τζίνα Γ. Θανοπούλου, Ed.M., M.A., HARVARD University είναι Ψυχο – Εκπαιδευτική Σύμβουλος Παιδιών, Εφήβων, Ενηλίκων, Ζευγαριών και Οικογένειας. Επίσης έχει εξειδίκευση σε Γυναικεία Θέματα, Εικόνας Σώματος Αυτοπεποίθησης και Διατροφικές Διαταραχές. Στο Harvard University, Graduate School of Education (HGSE) εξειδικεύτηκε στη Συμβουλευτική Παιδιών, Εφήβων σε «Ρίσκο» ( Risk & Prevention Psychology), καθώς & στη Συμβουλευτική Οικογένειας & Ζευγαριών, όπως επίσης στην Γυναικεία Ψυχολογία. Ήταν 16 χρόνια Διευθύντρια του Κέντρου Συμβουλευτικής του International School of Athens, ISA & μέλος του Executive Committe καθώς και πριν 4 χρόνια Συμβουλευτική Ψυχολόγος- Coordinator του Κέντρου Συμβουλευτικής του σχολείου PIERCE του Αμερικανικού Κολεγίου Ελλάδος. Από το Φεβρουάριο του 2015 είναι συνεργάτης – αρθρογράφος της  Huffington Post.gr σε ψυχολογικά – κοινωνικά – εκπαιδευτικά θέματα, όπως και σε άλλα έντυπα και διαδικτυακά μέσα. Συμμετέχει & παρουσιάζει την έρευνα της σε διεθνείς επιστημονικές ομάδες και συνέδρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Υποστήριξης & Εκπαίδευσης παιδιών, εφήβων & ενηλίκων.