Το σύγχρονο σχολείο προσπαθεί να παρέχει στους μαθητές ένα πρόγραμμα πλούσιο σε γνωστικά αντικείμενα και δραστηριότητες, αθλητικές και καλλιτεχνικές, με σκοπό να δημιουργήσει ενήλικες που να έχουν δεξιότητες σε διάφορα πεδία και να μην επικεντρώνονται αποκλειστικά σε ένα αντικείμενο, γεγονός που χαρακτήριζε περισσότερο την έννοια του “παραδοσιακού” σχολείου. Η προετοιμασία των μελλοντικών ενηλίκων περιστρέφεται γύρω από την ενασχόληση με πληθώρα αντικειμένων τα οποία καλλιεργούν στο παιδί δεξιότητες όπως η  κοινωνικότητα, η ευελιξία, η ικανότητα επικοινωνίας και ένταξης σε μία ομάδα, το πνεύμα συνεργασίας και η αλληλεγγύη.

Συχνά παρατηρούμε ότι η επίδειξη καλής διάθεσης και προθυμίας υπερτερούν έναντι των καλών επιδόσεων, προκειμένου το παιδί να γίνει αποδεκτό από τους συμμαθητές του. Οι ομαδικές εργασίες (projects) που συχνά οργανώνονται στο πλαίσιο του πρωινού υποχρεωτικού προγράμματος σπουδών αποτελούν το ζωντανό παράδειγμα της σύγχρονης αυτής τάσης προς μία καθολική προσέγγιση της προσωπικότητας του μαθητή. Με αυτό τον τρόπο, οι σημερινοί μαθητές έχουν τη δυνατότητα να εξάρουν τις ιδιαίτερες κλίσεις τους και να διακρίνονται σε διάφορους τομείς, γεγονός το οποίο τους εξασφαλίζει αποδοχή από το σύνολο και επομένως ασφάλεια και ισορροπία.

Ξεφεύγοντας, λοιπόν, από το μονοδιάστατο χαρακτήρα του παραδοσιακού σχολείου, η σύγχρονη εκπαίδευση επιτελεί πιο ολοκληρωμένα το ρόλο της, βοηθώντας το μαθητή να γνωρίσει σε βάθος τον εαυτό του, να τον αποδεχτεί και να τον εξελίσσει. Κάνοντας αποδεκτούς και επιβραβεύοντας μαθητές με προσόντα όχι μόνο στο γνωστικό αλλά και στο βιοσωματικό, κοινωνικό και συναισθηματικό τομέα, αναγνωρίζει παράλληλα και το πολυδιάστατο της ανθρώπινης υπόστασης. Κατά συνέπεια,  δημιουργεί ανθρώπους με μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, ικανούς να παίρνουν πρωτοβουλίες και να αυτενεργούν με περισσότερη αυτοπεποίθηση, παρέχοντάς τους την απαιτούμενη “εσωτερική ασφάλεια” για την ενήλικη ζωή.

Από τα παραπάνω εύλογα προκύπτει το ερώτημα για το τι συμβαίνει με αυτό που αποκαλούμε “συμβατικό διάβασμα” και “σχολική καθημερινότητα”. Συχνά οι μαθητές παραπονιούνται για μεγάλο όγκο ύλης και γενικά φορτωμένο πρόγραμμα. Σε αυτό το σημείο, καθοριστική είναι η συμβολή τόσο του εκπαιδευτικού όσο και του γονιού, προκειμένου να υιοθετηθεί μία προσέγγιση προσανατολισμένη στις σύγχρονες τάσεις εκπαίδευσης όπως αυτές περιγράφηκαν παραπάνω.

Σε αυτή την προσπάθεια, ο όρος “κριτική σκέψη” είναι καθοριστικής σημασίας. Με τον όρο αυτό περιγράφεται η ικανότητα του μαθητή να αποφασίζει ποιες μεθόδους θα ακολουθήσει, προκειμένου να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, αξιολογώντας την αξιοπιστία των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του. Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης θα πρέπει να ξεκινάει από την προσχολική ηλικία, έτσι ώστε το παιδί να μπορεί αργότερα να επιλύει καταστάσεις που προκύπτουν σε κάθε επίπεδο της ζωής του. Προκειμένου να αναπτυχθεί η κριτική σκέψη στους μαθητές θα πρέπει:

  • η διαδικασία να ξεκινήσει σε μικρή ηλικία.
  • να ικανοποιούμε την περιέργεια των παιδιών ενθαρρύνοντάς τα να κάνουν ερωτήσεις για πράγματα που τα απασχολούν.
  • να ενθαρρύνουμε συζητήσεις για θέματα που δεν άπτονται απαραίτητα των σχολικών μαθημάτων.

Επίσης, εκπαιδευτικοί και γονείς θα πρέπει να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης των μαθητών. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να ωθούν τους μαθητές να διαχειρίζονται οι ίδιοι τα συναισθήματά τους καθώς επίσης και να κατανοούν τα συναισθήματα των άλλων ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις σχέσεις μαζί τους. Μια εκπαίδευση προσαρμοσμένη προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί στη λεγόμενη “διαπροσωπική νοημοσύνη” την ικανότητα δηλαδή του μαθητή να εργάζεται με τους άλλους, να κατανοεί τις ανάγκες του συνόλου και να αλληλεπιδρά με επιτυχία μέσα στην ομάδα.

Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά τα σχολικά μαθήματα, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει σε πρώτη φάση να εστιάζουν στις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τους μαθητές. Σε δεύτερο επίπεδο, είναι αναγκαίο να καθίσταται σαφής μία συγκεκριμένη μεθοδολογία μελέτης η οποία να λαμβάνει υπόψη το ουσιώδες αλλά και τη σωστή οργάνωση της μνήμης. Με αυτό τον τρόπο, τα παιδιά δε θα αναλώνονται σε ατέρμονες ώρες μελέτης που τις περισσότερες φορές οδηγούν σε αποστροφή προς το σχολείο και γενικά προς το θεσμό της εκπαίδευσης. Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινούνται συμπληρωματικά και οι γονείς, ώστε το σχολείο όπου το παιδί περνά μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του να γίνει πηγή χαράς και ισορροπίας.


Αναστασία Μαθιούδη
Master in Education
amathioudi@yahoo.gr